Είναι συμβιβάσιμη με την κοινοτική νομοθεσία περί κρατικών ενισχύσεων, η επιχορήγηση από το κράτος σε μετρητά, ύψους 500.000 ευρώ ανά επιχείρηση, υπό την προϋπόθεση, ότι η επιχείρηση δε δραστηριοποιείται στον τομέα της αλιείας, ότι η ενίσχυση δεν αποτελεί εξαγωγική ενίσχυση, χορηγείται έως τις 31 Δεκεμβρίου 2010 και η επιχείρηση δεν ήταν προβληματική την πρώτη Ιουλίου 2008( αν έγινε μετά εξαιτίας της χρηματοπιστωτικής κρίσης δικαιούται της ενίσχυσης). Επίσης, η ενισχυόμενη επιχείρηση δεν πρέπει να δραστηριοποιείται στην πρωτογενή παραγωγή γεωργικών προϊόντων, ενώ μπορεί να δραστηριοποιείται στη μεταποίηση και την εμπορία των προϊόντων αυτών...Αυτά προβλέπει, μεταξύ άλλων η ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σχετικά με το «προσωρινό κοινοτικό πλαίσιο για τη λήψη μέτρων κρατικής ενίσχυσης με σκοπό να στηριχθεί η πρόσβαση στη χρηματοδότηση κατά τη διάρκεια της τρέχουσας χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης», που μόλις δημοσίευσε η Επιτροπή.
Στην ίδια ανακοίνωση η Επιτροπή αναφέρεται, ακόμη στη χορήγηση κρατικών ενισχύσεων υπό μορφή εγγυήσεων, επιδότησης επιτοκίου, ενισχύσεων για την παραγωγή πράσινων προϊόντων και σε σειρά άλλων μέτρων που βοηθούν τις επιχειρήσεις να αντιμετωπίσουν την κρίση.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τονίζει στην ανακοίνωση της την ανάγκη να αποφευχθεί η κρατική παρέμβαση, η οποία θα υποβάθμιζε τον σκοπό για λιγότερες και καλύτερα στοχευμένες κρατικές ενισχύσεις. Παρά ταύτα, διευκρινίζει υπό ορισμένες συνθήκες, κρίνεται ότι υπάρχει ανάγκη χορήγησης νέων προσωρινών κρατικών ενισχύσεων.
Όπως αναφέρει, ενώ η κατάσταση στις χρηματοπιστωτικές αγορές παρουσιάζει βελτίωση, οι συνολικές επιπτώσεις της χρηματοπιστωτικής κρίσης στην πραγματική οικονομία γίνονται πλέον αισθητές.
Ως αποτέλεσμα της κρίσης στις χρηματοπιστωτικές αγορές οι τράπεζες, εφαρμόζουν τακτική απομόχλευσης και αποφυγής κινδύνων σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από ότι στο παρελθόν, γεγονός που θα προκαλέσει πιστωτική στενότητα.
Η σημερινή χρηματοπιστωτική κρίση θα μπορούσε κατά την Επιτροπή να οδηγήσει στην καθιέρωση δελτίου πιστώσεων, σε πτώση της ζήτησης και σε ύφεση με συνέπεια να πληγούν όχι μόνον ασθενείς επιχειρήσεις, αλλά και επιχειρήσεις πολύ ανθηρές.
Μη Κρατικές Ενισχύσεις
Τα κράτη μέλη, αναφέρει η Επιτροπή έχουν ήδη στη διάθεσή τους ορισμένα μέσα τα οποία δεν θεωρούνται κρατικές ενισχύσεις. Για παράδειγμα, ορισμένες εταιρείες ενδέχεται επί του παρόντος να αντιμετωπίζουν ακόμη μεγαλύτερες δυσκολίες πρόσβασης στη χρηματοδότηση, σε σχέση με άλλες, γεγονός που συνεπάγεται καθυστέρηση ή και εξάλειψη της δυνατότητας χρηματοδότησης που είναι απαραίτητη για την ανάπτυξή τους και την πραγματοποίηση των προβλεπόμενων επενδύσεων. Για το σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη μπορούν:
1 )Να εγκρίνουν σειρά μέτρων γενικής πολιτικής που να ισχύουν για όλες τις εταιρείες που βρίσκονται στο έδαφός τους, και κατά συνέπεια να εξαιρούνται του πεδίου εφαρμογής των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων, με στόχο την προσωρινή ανακούφιση των προβλημάτων χρηματοδότησης σε βραχυπρόθεσμη και μεσοπρόθεσμη βάση. Για παράδειγμα, θα μπορούσαν να παραταθούν οι προθεσμίες πληρωμής όσον αφορά τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης και παρόμοιες επιβαρύνσεις, ή ακόμη και τους φόρους, ή να θεσπιστούν μέτρα για τους εργαζομένους. Εάν τα μέτρα αυτά προορίζονται για όλες τις επιχειρήσεις, δεν συνιστούν, κατ’ αρχήν, κρατική ενίσχυση
2)Να χορηγούν χρηματοοικονομική στήριξη άμεσα στους καταναλωτές, για παράδειγμα, για την απόσυρση παλαιών ή/και την αγορά πράσινων προϊόντων. Όταν χορηγείται βοήθεια αυτού του είδους χωρίς να γίνονται διακρίσεις με βάση την προέλευση του προϊόντος, δεν τίθεται θέμα κρατικής ενίσχυσης.
Επιπλέον, γενικά κοινοτικά προγράμματα, όπως το πρόγραμμα πλαίσιο για την ανταγωνιστικότητα και την καινοτομία (2007 έως 2013 και το έβδομο πρόγραμμα πλαίσιο δραστηριοτήτων έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και επίδειξης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (2007-2013 μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο έπακρο για την παροχή στήριξης όχι μόνο στις ΜΜΕ αλλά και στις μεγάλες επιχειρήσεις. Η τακτική αυτή εναρμονίζεται πλήρως με άλλες ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες, όπως την απόφαση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων να διαθέσει 30 δισ. ευρώ για να στηρίξει τις ευρωπαϊκές ΜΜΕ και τη δέσμευσή της να αυξήσει τη δυνατότητα παρέμβασής της σε σχέδια υποδομής.